σκοπιωρός
•
- ναυτικός όροςναυτικός σκοπός που αποστέλλεται από το πλοίο στην ξηρά για ανίχνευση και επισκόπηση, αθέατος από άλλα πλοία Βικιλεξικό
- ναύτης που εκτελεί υπηρεσία σε σταθμό σηματοδοσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοπιωρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκοπιωρός ("σκοπός, φρουρός") < σκοπέω + θέμα ωρ- του ὁράω, ὁρῶ + -ός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοπιωρός | σκοπιωροί |
| Γενική | σκοπιωρού | σκοπιωρών |
| Αιτιατική | σκοπιωρό | σκοπιωρούς |
| Κλητική | σκοπιωρέ | σκοπιωροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →