Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοπιωρός

/sko.pi.oˈɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςναυτικός σκοπός που αποστέλλεται από το πλοίο στην ξηρά για ανίχνευση και επισκόπηση, αθέατος από άλλα πλοία Βικιλεξικό
  2. ναύτης που εκτελεί υπηρεσία σε σταθμό σηματοδοσίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκοπιωρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκοπιωρός ("σκοπός, φρουρός") < σκοπέω + θέμα ωρ- του ὁράω, ὁρῶ + -ός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκοπιωρόςσκοπιωροί
Γενικήσκοπιωρούσκοπιωρών
Αιτιατικήσκοπιωρόσκοπιωρούς
Κλητικήσκοπιωρέσκοπιωροί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →