Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοποβολή

/sko.po.voˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βολή με όπλο προς κάποιον στόχο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηεξάσκηση στη βολή με όπλο προς κάποιον στόχο Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηάθλημα που περιλαμβάνει βολή με όπλο προς κάποιον στόχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκοποβολή (μαρτυρείται από το 1868) < σκοπός + -ο- + βολή (< αρχαία ελληνική βάλλω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκοποβολήσκοποβολές
Γενικήσκοποβολήςσκοποβολών
Αιτιατικήσκοποβολήσκοποβολές
Κλητικήσκοποβολήσκοποβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →