σκοποβολή
•
- βολή με όπλο προς κάποιον στόχο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεξάσκηση στη βολή με όπλο προς κάποιον στόχο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάθλημα που περιλαμβάνει βολή με όπλο προς κάποιον στόχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοποβολή (μαρτυρείται από το 1868) < σκοπός + -ο- + βολή (< αρχαία ελληνική βάλλω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοποβολή | σκοποβολές |
| Γενική | σκοποβολής | σκοποβολών |
| Αιτιατική | σκοποβολή | σκοποβολές |
| Κλητική | σκοποβολή | σκοποβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →