Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοπούμενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι μέρος ενός τελικού στόχου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκοπούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκοπούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος σκοπέω (παρατηρώ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκοπούμενοςσκοπούμενησκοπούμενο
Γενικήσκοπούμενουσκοπούμενηςσκοπούμενου
Αιτιατικήσκοπούμενοσκοπούμενησκοπούμενο
Κλητικήσκοπούμενεσκοπούμενησκοπούμενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκοπούμενοισκοπούμενεςσκοπούμενα
Γενικήσκοπούμενωνσκοπούμενωνσκοπούμενων
Αιτιατικήσκοπούμενουςσκοπούμενεςσκοπούμενα
Κλητικήσκοπούμενοισκοπούμενεςσκοπούμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →