Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοπός

/skoˈpos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η αναγνωρισμένη επιθυμητή κατάσταση, ο στόχος, ο στόχος επίτευξης Βικιλεξικό
  2. ο φρουρός, ο φύλακας, κάποιος που κάνει σκοπιά στο στρατό ή αλλού Βικιλεξικό
  3. μουσικήη μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλικά) Βικιλεξικό
    • "Ζητάτε να σας πω τον πρώτο μου σκοπό..." (τραγούδι από τον Αττίκ)

Ετυμολογία

σκοπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκοπός :* για τη σημασία «μελωδία» < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική motivo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκοπόςσκοποί
Γενικήσκοπούσκοπών
Αιτιατικήσκοπόσκοπούς
Κλητικήσκοπέσκοποί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →