σκορακίζω
•
- διώχνω κάποιον στέλνοντάς τον ἐς κόρακας [στον διάβολο] Βικιλεξικό
- αποδιώχνω, αναθεματίζω Βικιλεξικό
- μεταχειρίζομαι κάτι περιφρονητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκορακίζω < ἐς + κόρακας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →