σκορποχώρι
•
- προφορικότο σύνολο που μέχρι πρότινος τα μέλη του ήταν ενωμένα και τώρα έχουν διασκορπιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκορποχώρι < σκόρπ(ιος) + -ο- + -χώρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκορποχώρι | σκορποχώρια |
| Γενική | σκορποχωριού | σκορποχωριών |
| Αιτιατική | σκορποχώρι | σκορποχώρια |
| Κλητική | σκορποχώρι | σκορποχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →