σκοταδιστής
•
- μειωτικόπου υποστηρίζει τις ιδέες του σκοταδισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοταδιστής < σκοταδ(ισμός) + -ιστής, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obscurantiste
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοταδιστής | σκοταδιστές |
| Γενική | σκοταδιστή | σκοταδιστών |
| Αιτιατική | σκοταδιστή | σκοταδιστές |
| Κλητική | σκοταδιστή | σκοταδιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →