Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοταδιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σκοταδισμό ή τον σκοταδιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκοταδιστικός < σκοταδιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκοταδιστικόςσκοταδιστικήσκοταδιστικό
Γενικήσκοταδιστικούσκοταδιστικήςσκοταδιστικού
Αιτιατικήσκοταδιστικόσκοταδιστικήσκοταδιστικό
Κλητικήσκοταδιστικέσκοταδιστικήσκοταδιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκοταδιστικοίσκοταδιστικέςσκοταδιστικά
Γενικήσκοταδιστικώνσκοταδιστικώνσκοταδιστικών
Αιτιατικήσκοταδιστικούςσκοταδιστικέςσκοταδιστικά
Κλητικήσκοταδιστικοίσκοταδιστικέςσκοταδιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →