Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοτεινάγρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόσκοτάδι, σκοτεινιά Βικιλεξικό
    • Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια | η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό· | λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…

Ετυμολογία

σκοτεινάγρα < μεσαιωνική ελληνική σκοτεινάγρα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκοτεινάγρασκοτεινάγρες
Γενικήσκοτεινάγρας—
Αιτιατικήσκοτεινάγρασκοτεινάγρες
Κλητικήσκοτεινάγρασκοτεινάγρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →