σκοτοδίνη
•
- ιατρικήπρόσκαιρη ζάλη με στιγμιαία απώλεια της όρασης και ίλιγγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοτοδίνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκοτοδίνη > μεσαιωνική ελληνική σκοτοδίνη < αρχαία ελληνική σκοτοδινία (με επίδραση της λέξης δίνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοτοδίνη | σκοτοδίνες |
| Γενική | σκοτοδίνης | σκοτοδινών |
| Αιτιατική | σκοτοδίνη | σκοτοδίνες |
| Κλητική | σκοτοδίνη | σκοτοδίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →