Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκουλάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. υφαντικήγια υφαντό του οποίου η επιφάνεια δεν είναι λεία, αλλά με θηλιές που δημιουργούν διακοσμητικά θέματα Βικιλεξικό
    • κουκουλωνότανε η Μαργιώ με μια σκουλάτη μπατανία κόκκινη (Μέλπω Αξιώτη, Εικοστός αιώνας, 1946)

Ετυμολογία

σκουλάτος < σκουλ(ί) (θηλιά) + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκουλάτοςσκουλάτησκουλάτο
Γενικήσκουλάτουσκουλάτηςσκουλάτου
Αιτιατικήσκουλάτοσκουλάτησκουλάτο
Κλητικήσκουλάτεσκουλάτησκουλάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκουλάτοισκουλάτεςσκουλάτα
Γενικήσκουλάτωνσκουλάτωνσκουλάτων
Αιτιατικήσκουλάτουςσκουλάτεςσκουλάτα
Κλητικήσκουλάτοισκουλάτεςσκουλάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →