σκουληκαντέρα
•
- μεγάλου μεγέθους σκουλήκι Βικιλεξικό
- σώμα μακρύ, κυλινδρικό και συνήθως εύκαμπτο που θυμίζει σκουλήκι, είτε έντερο λόγω σχήματος ή/και του τρόπου που αυτά αναδιπλώνονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουληκαντέρα < σκουλήκι + έντερο (ή άντερο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουληκαντέρα | σκουληκαντέρες |
| Γενική | σκουληκαντέρας | σκουληκαντερών |
| Αιτιατική | σκουληκαντέρα | σκουληκαντέρες |
| Κλητική | σκουληκαντέρα | σκουληκαντέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →