Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκουληκιάζω

/sku.liˈca.zo/ρήμα
•
  1. καλύπτομαι από ή βγάζω σκουλήκια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκουληκιάζω < μεσαιωνική ελληνική σκωληκιάζω < αρχαία ελληνική σκωληκιῶ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκουληκιάζωσκουληκιάζειςσκουληκιάζεισκουληκιάζουμεσκουληκιάζετεσκουληκιάζουν / σκουληκιάζουνε
Παρατατικόςσκουλήκιαζασκουλήκιαζεςσκουλήκιαζεσκουληκιάζαμεσκουληκιάζατεσκουλήκιαζαν / σκουληκιάζαν / σκουληκιάζανε
Αόριστοςσκουλήκιασασκουλήκιασεςσκουλήκιασεσκουληκιάσαμεσκουληκιάσατεσκουλήκιασαν / σκουληκιάσαν / σκουληκιάσανε
Μέλλονταςθα σκουληκιάζω / θα σκουληκιάσωθα σκουληκιάζεις / θα σκουληκιάσειςθα σκουληκιάζει / θα σκουληκιάσειθα σκουληκιάζουμε / θα σκουληκιάσουμεθα σκουληκιάζετε / θα σκουληκιάσετεθα σκουληκιάζουν / θα σκουληκιάζουνε / θα σκουληκιάσουν / θα σκουληκιάσουνε
Παρακείμενοςέχω σκουληκιάσειέχεις σκουληκιάσειέχει σκουληκιάσειέχουμε σκουληκιάσειέχετε σκουληκιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σκουληκιάσειείχες σκουληκιάσειείχε σκουληκιάσειείχαμε σκουληκιάσει——
Υποτακτικήνα έχω σκουληκιάσει / να σκουληκιάζω / να σκουληκιάσωνα έχεις σκουληκιάσει / να σκουληκιάζεις / να σκουληκιάσειςνα έχει σκουληκιάσει / να σκουληκιάζει / να σκουληκιάσεινα έχουμε σκουληκιάσει / να σκουληκιάζουμε / να σκουληκιάσουμενα έχετε σκουληκιάσει / να σκουληκιάζετε / να σκουληκιάσετενα σκουληκιάζουν / να σκουληκιάζουνε / να σκουληκιάσουν / να σκουληκιάσουνε
Προστακτική—σκουλήκιαζε / σκουλήκιασε——σκουληκιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σκουληκιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →