σκουληκιάζω
•
- καλύπτομαι από ή βγάζω σκουλήκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουληκιάζω < μεσαιωνική ελληνική σκωληκιάζω < αρχαία ελληνική σκωληκιῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκουληκιάζω | σκουληκιάζεις | σκουληκιάζει | σκουληκιάζουμε | σκουληκιάζετε | σκουληκιάζουν / σκουληκιάζουνε |
| Παρατατικός | σκουλήκιαζα | σκουλήκιαζες | σκουλήκιαζε | σκουληκιάζαμε | σκουληκιάζατε | σκουλήκιαζαν / σκουληκιάζαν / σκουληκιάζανε |
| Αόριστος | σκουλήκιασα | σκουλήκιασες | σκουλήκιασε | σκουληκιάσαμε | σκουληκιάσατε | σκουλήκιασαν / σκουληκιάσαν / σκουληκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σκουληκιάζω / θα σκουληκιάσω | θα σκουληκιάζεις / θα σκουληκιάσεις | θα σκουληκιάζει / θα σκουληκιάσει | θα σκουληκιάζουμε / θα σκουληκιάσουμε | θα σκουληκιάζετε / θα σκουληκιάσετε | θα σκουληκιάζουν / θα σκουληκιάζουνε / θα σκουληκιάσουν / θα σκουληκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκουληκιάσει | έχεις σκουληκιάσει | έχει σκουληκιάσει | έχουμε σκουληκιάσει | έχετε σκουληκιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκουληκιάσει | είχες σκουληκιάσει | είχε σκουληκιάσει | είχαμε σκουληκιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκουληκιάσει / να σκουληκιάζω / να σκουληκιάσω | να έχεις σκουληκιάσει / να σκουληκιάζεις / να σκουληκιάσεις | να έχει σκουληκιάσει / να σκουληκιάζει / να σκουληκιάσει | να έχουμε σκουληκιάσει / να σκουληκιάζουμε / να σκουληκιάσουμε | να έχετε σκουληκιάσει / να σκουληκιάζετε / να σκουληκιάσετε | να σκουληκιάζουν / να σκουληκιάζουνε / να σκουληκιάσουν / να σκουληκιάσουνε |
| Προστακτική | — | σκουλήκιαζε / σκουλήκιασε | — | — | σκουληκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκουληκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →