Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκουληκομερμηγκότρυπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. Τρύπα σκουληκιών και μυρμηγκιών. Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως σε γλωσσοδέτες. Βικιλεξικό
    • Φτού, σκουληκομερμηγκότρυπα!
    • Σκουληκομερμηγκότρυπα με τα σκουληκομερμηγκόπουλά σου, βάλε τις μπάρες, τις αμπάρες, τις κλειδαροαμπαραμπάρες, γιατί έρχεται ο κότσυφας, ο μότσυφας, με τα κοτσυφομοτσυφοπαιδόπουλά του να σου φάει τα σκουλήκια, τα μερμήγκια, τα σκουληκομερμηγκοπαιδόπουλά σου.
  2. Έκφραση για να δηλωθεί δυσκολία στην προφορά μιας λέξης. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκουληκομερμηγκότρυπα < σκουλήκι + μερμήγκι + τρύπα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκουληκομερμηγκότρυπασκουληκομερμηγκότρυπες
Γενικήσκουληκομερμηγκότρυπαςσκουληκομερμηγκότρυπων
Αιτιατικήσκουληκομερμηγκότρυπασκουληκομερμηγκότρυπες
Κλητικήσκουληκομερμηγκότρυπασκουληκομερμηγκότρυπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →