σκουληκότρυπα
•
- σπάνιοτρύπα στο χώμα που φαίνεται να έχει γίνει από σκουλήκι Βικιλεξικό
- φυσικήυποθετική τοπολογική «σήραγγα» του χωροχρόνου που συνδέει απομακρυσμένες περιοχές του ίδιου σύμπαντος —ή διαφορετικά σύμπαντα— επιτρέποντας, κατʼ αρχήν, συντομότερες διαδρομές από τις κανονικές τροχιές μέσα στον χωροχρόνο Βικιλεξικό
- Τέτοιες λύσεις είναι οι περιπτώσεις όπου ο χωροχρόνος παρουσιάζει τεράστιες καμπυλώσεις σε ωρισμένα σημεία, ώστε να δημιουργηθούν «σκουληκότρυπες», δηλαδή «τρύπες» απ' όπου μπορεί κανείς να πάει σε πολύ διαφορετικά σημεία του χώρου (π.χ. σε άλλους αστέρες) και του χρόνου (στο παρελθόν ή στο μέλλον). Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
- Η μάνα. Η μάνα-σύμπαν. Το στρώμα έχει βουλιάξει ελαφρά απ' το βάρος της. Το στρώμα είναι που την κρατάει στη θέση της, όπως στρεβλώνεται και καμπυλώνει γύρω απ' το κορμί. Και η σκουληκότρυπα, που είναι η σκουληκότρυπα; Μήκως εκεί γύρω στο ύψος των γοφών, στα πόδια, στο στήθος; Κάπου η καμπύλωση είναι τόσο έντονη που ότι περνάει τριγύρω παγιδεύεται - η μαύρη τρύπα της μάνας. Η σήραγγα, να μπει, να χαθεί, να βγει απ' την άλλη άκρη σ' έναν άλλο κόσμο. (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
σκουληκότρυπα < σκουλήκι + -ο- + τρύπα (2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική wormhole, όρος που επινόησε ο θεωρητικός φυσικός John Archibald Wheeler, 1911–2008)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουληκότρυπα | σκουληκότρυπες |
| Γενική | σκουληκότρυπας | σκουληκότρυπων |
| Αιτιατική | σκουληκότρυπα | σκουληκότρυπες |
| Κλητική | σκουληκότρυπα | σκουληκότρυπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →