σκουντούφλης
•
- οικείοαυτός που σκουντουφλά Βικιλεξικό
- οικείοκατσούφης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουντούφλης < σκουντουφλώ + -ης (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουντούφλης | σκουντούφληδες |
| Γενική | σκουντούφλη | σκουντούφληδων |
| Αιτιατική | σκουντούφλη | σκουντούφληδες |
| Κλητική | σκουντούφλη | σκουντούφληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →