σκουπίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος σκουπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκουπίζομαι | σκουπίζεσαι | σκουπίζεται | σκουπιζόμαστε | σκουπίζεστε | σκουπίζονται |
| Παρατατικός | σκουπιζόμουν / σκουπιζόμουνα | σκουπιζόσουν / σκουπιζόσουνα | σκουπιζόταν / σκουπιζότανε | σκουπιζόμασταν / σκουπιζόμαστε | σκουπιζόσασταν / σκουπιζόσαστε | σκουπίζονταν / σκουπιζόντουσαν |
| Αόριστος | σκουπίστηκα | σκουπίστηκες | σκουπίστηκε | σκουπιστήκαμε | σκουπιστήκατε | σκουπίστηκαν / σκουπιστήκαν / σκουπιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα σκουπίζομαι / θα σκουπιστώ | θα σκουπίζεσαι / θα σκουπιστείς | θα σκουπίζεται / θα σκουπιστεί | θα σκουπιζόμαστε / θα σκουπιστούμε | θα σκουπίζεστε / θα σκουπιστείτε | θα σκουπίζονται / θα σκουπιστούν / θα σκουπιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκουπιστεί | έχεις σκουπιστεί | έχει σκουπιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκουπιστεί | είχες σκουπιστεί | είχε σκουπιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκουπιστεί / να σκουπίζομαι / να σκουπιστώ | να έχεις σκουπιστεί / να σκουπίζεσαι / να σκουπιστείς | να έχει σκουπιστεί / να σκουπίζεται / να σκουπιστεί | να σκουπιζόμαστε / να σκουπιστούμε | να σκουπίζεστε / να σκουπιστείτε | να σκουπίζονται / να σκουπιστούν / να σκουπιστούνε |
| Προστακτική | — | σκουπίζου / σκουπίσου | — | — | σκουπίζεστε / σκουπιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →