σκουπίζω
•
- καθαρίζω έναν χώρο χρησιμοποιώντας σκούπα Βικιλεξικό
- καθαρίζω μια επιφάνεια από υγρά ή στερεά ανεπιθύμητα αντικείμενα Βικιλεξικό
- πάρε μια πετσέτα και σκούπισε τον ιδρώτα σου
- αθλητισμόςεπικρατώ απόλυτα απέναντι σε αντίπαλο ή αντιπάλους σε σειρά αγώνων, χωρίς να γνωρίσω καμία ήττα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουπίζω < σκούπ(α) + -ίζω → και δείτε τη λέξη scopa (λατινικά)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκουπίζω | σκουπίζεις | σκουπίζει | σκουπίζουμε | σκουπίζετε | σκουπίζουν / σκουπίζουνε |
| Παρατατικός | σκούπιζα | σκούπιζες | σκούπιζε | σκουπίζαμε | σκουπίζατε | σκουπίζαν / σκουπίζανε / σκούπιζαν |
| Αόριστος | σκούπισα | σκούπισες | σκούπισε | σκουπίσαμε | σκουπίσατε | σκουπίσαν / σκουπίσανε / σκούπισαν |
| Μέλλοντας | θα σκουπίζω / θα σκουπίσω | θα σκουπίζεις / θα σκουπίσεις | θα σκουπίζει / θα σκουπίσει | θα σκουπίζουμε / θα σκουπίσουμε | θα σκουπίζετε / θα σκουπίσετε | θα σκουπίζουν / θα σκουπίζουνε / θα σκουπίσουν / θα σκουπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκουπίσει | έχεις σκουπίσει | έχει σκουπίσει | έχουμε σκουπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκουπίσει | είχες σκουπίσει | είχε σκουπίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκουπίσει / να σκουπίζω / να σκουπίσω | να έχεις σκουπίσει / να σκουπίζεις / να σκουπίσεις | να έχει σκουπίσει / να σκουπίζει / να σκουπίσει | να έχουμε σκουπίσει / να σκουπίζουμε / να σκουπίσουμε | να σκουπίζετε / να σκουπίσετε | να σκουπίζουν / να σκουπίζουνε / να σκουπίσουν / να σκουπίσουνε |
| Προστακτική | — | σκούπιζε / σκούπισε | — | — | σκουπίζετε / σκουπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκουπίστηκασκουπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →