σκουπιδιάρης
•
- επάγγελμαο δημοτικός υπάλληλος που μαζεύει τα σκουπίδια από δημόσιους χώρους και συνοδεύει τα απορριμματοφόρα οχήματα αδειάζοντας τους κάδους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουπιδιάρης < σκουπίδ(ι) + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουπιδιάρης | σκουπιδιάρηδες / σκουπιδιαραίοι |
| Γενική | σκουπιδιάρη | σκουπιδιάρηδων / σκουπιδιαραίων |
| Αιτιατική | σκουπιδιάρη | σκουπιδιάρηδες / σκουπιδιαραίους |
| Κλητική | σκουπιδιάρη | σκουπιδιάρηδες / σκουπιδιαραίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →