σκουπιδομάνι
•
- πλήθος σκουπιδιών, σκουπιδαριό αλλά σε μεγάλη ποσότητα, πλήθος άχρηστων αντικειμένων, εγγράφων, ρούχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουπιδομάνι < σκουπίδι + -μάνι (πλήθος, από τη λατινική λέξη manus, χέρι αλλά και πλήθος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουπιδομάνι | σκουπιδομάνια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σκουπιδομάνι | σκουπιδομάνια |
| Κλητική | σκουπιδομάνι | σκουπιδομάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →