σκουριάζω
•
- προκαλώ σκουριά σε κάτι, οξειδώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάγίνομαι αγύμναστος γιατί δε κάνω γυμναστική Βικιλεξικό
- μειωτικόπαλιές ιδέες που δεν είναι σύγχρονες Βικιλεξικό
- ο σκοταδισμός είναι πια μια σκουριασμένη αντίληψη
Ετυμολογία
σκουριάζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκωριάζω κατά την εξέλιξη σκωρία > σκουριά
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκουριάζω | σκουριάζεις | σκουριάζει | σκουριάζουμε | σκουριάζετε | σκουριάζουν / σκουριάζουνε |
| Παρατατικός | σκούριαζα | σκούριαζες | σκούριαζε | σκουριάζαμε | σκουριάζατε | σκουριάζαν / σκουριάζανε / σκούριαζαν |
| Αόριστος | σκούριασα | σκούριασες | σκούριασε | σκουριάσαμε | σκουριάσατε | σκουριάσαν / σκουριάσανε / σκούριασαν |
| Μέλλοντας | θα σκουριάζω / θα σκουριάσω | θα σκουριάζεις / θα σκουριάσεις | θα σκουριάζει / θα σκουριάσει | θα σκουριάζουμε / θα σκουριάσουμε | θα σκουριάζετε / θα σκουριάσετε | θα σκουριάζουν / θα σκουριάζουνε / θα σκουριάσουν / θα σκουριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκουριάσει | έχεις σκουριάσει | έχει σκουριάσει | έχουμε σκουριάσει | έχετε σκουριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκουριάσει | είχες σκουριάσει | είχε σκουριάσει | είχαμε σκουριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκουριάσει / να σκουριάζω / να σκουριάσω | να έχεις σκουριάσει / να σκουριάζεις / να σκουριάσεις | να έχει σκουριάσει / να σκουριάζει / να σκουριάσει | να έχουμε σκουριάσει / να σκουριάζουμε / να σκουριάσουμε | να έχετε σκουριάσει / να σκουριάζετε / να σκουριάσετε | να σκουριάζουν / να σκουριάζουνε / να σκουριάσουν / να σκουριάσουνε |
| Προστακτική | — | σκούριαζε / σκούριασε | — | — | σκουριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκουριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →