σκουτάρι
•
- οπλισμόςη ασπίδα στη βυζαντινή περίοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουτάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκουτ(άριν) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουτάρι | σκουτάρια |
| Γενική | σκουταριού | σκουταριών |
| Αιτιατική | σκουτάρι | σκουτάρια |
| Κλητική | σκουτάρι | σκουτάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →