σκουτέλι
•
- παρωχημένοπιάτο, γαβαθούλα Βικιλεξικό
- […] ξεχώρισε στο βάθος του μαγεριού, στη γωνιά, ένα τραπέζι μικρό, παστρικά στρωμένο, […] Ο σκουταράτος μπήκε σε λίγο, κρατώντας προσεχτικά δυο πιάτα με φαΐ κ' ένα σκουτέλι. [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Ετυμολογία
σκουτέλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκουτέλι, μορφή του σκουτέλιον & σκουτέλλιον απ' όπου η ετυμολογική γραφή σκουτέλλι. < σκουτέλα → δείτε περισσότερα στο μεσαιωνικό σκουτέλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουτέλι | σκουτέλια |
| Γενική | σκουτελιού | σκουτελιών |
| Αιτιατική | σκουτέλι | σκουτέλια |
| Κλητική | σκουτέλι | σκουτέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →