σκούδο
•
- νόμισμαονομασία παλιών ιταλικών νομισμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκούδο < ιταλική scudo < λατινική scutum (ασπίδα) ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκοῦδον < βενετική scudo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκούδο | σκούδα |
| Γενική | σκούδου | σκούδων |
| Αιτιατική | σκούδο | σκούδα |
| Κλητική | σκούδο | σκούδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →