Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκούζω

ρήμα
•
  1. βγάζω διαπεραστικές κραυγές Βικιλεξικό
    • και βέβαια σκούζει, αφού του πάτησες την ουρά (από σχετικό ανέκδοτο, λογοπαίγνιο με το ιταλικό scusi)
    • και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
    • Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
  2. κατ’ επέκταση, (οικείο) κλαίω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκούζω < αρχαία ελληνική σκύζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →