σκούλλος
•
- κυπριακά, εξαιρετικά υποτιμητικά: άτομο με καταγωγή από την επαρχία της Πάφου, ο Παφίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκούλλος < από την λέξη σκουλίζουμαι που χρησιμοποιείται μόνον από τους Παφίτες, σημαίνει τυλίγομαι τα σεντόνια και είναι αγνώστου ετύμου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →