σκούφωμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκουφώνω Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε παραδοσιακό ένδυμα του κεφαλιού Βικιλεξικό
- Στο κεφάλι φορούσαν ειδικό σκούφωμα, την πίνα, που τη σκέπαζαν μ’ ένα μεταξωτό μαντίλι, την πέτσα, και τη στερέωναν με μια μεταξωτή κορδέλα, τη ζωστήρα.
Ετυμολογία
σκούφωμα < σκουφώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκούφωμα | σκουφώματα |
| Γενική | σκουφώματος | σκουφωμάτων |
| Αιτιατική | σκούφωμα | σκουφώματα |
| Κλητική | σκούφωμα | σκουφώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →