σκρίνιο
•
- έπιπλο του οποίου το κάτω μέρος μοιάζει με μπουφέ και στο πάνω μέρος έχει βιτρίνα στην οποία τοποθετούν κρύσταλλα και λοιπά σκεύη προς φύλαξη αλλά και έκθεση Βικιλεξικό
- Μονάχα μια βιβλιοθήκη του πατέρα του κράτηξε ο Κοσμάς και ένα σκρίνιο, που 'βανε η μακαρίτισσα η μάνα του τις πορσελάνες και τα κρύσταλλά της.
- παρωχημένογραφείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκρίνιο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκρίνιον < λατινική scrinium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκρίνιο | σκρίνια |
| Γενική | σκρίνιου | σκρίνιων |
| Αιτιατική | σκρίνιο | σκρίνια |
| Κλητική | σκρίνιο | σκρίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →