Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκραπ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παλιές μεταλλικές κατασκευές, ιδίως σιδερένιες, που προορίζονται κυρίως για ανακύκλωση του μετάλλου Βικιλεξικό
    • Η μαφία του σκραπ ξήλωσε 100 μέτρα ράγες. (*)
  2. αργκόμειωτικός και απαξιωτικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκραπ < (άμεσο δάνειο) αγγλική scrap < μέση αγγλική scrappe < παλαιά νορβηγική skrap < skrapa < πρωτογερμανική *skrapōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skreb- / *skrep- (χαράσσω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →