σκρολάρισμα
•
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκρολάρω Βικιλεξικό
- Το ατέλειωτο σκρολάρισμα έγινε εθιστικό. Τι κάνει στον εγκέφαλό μας, ποιοι οι κίνδυνοι (www.protothema.gr, 29.06.2023)
Ετυμολογία
σκρολάρισμα < σκρολάρω + -ισμα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική scrolling)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκρολάρισμα | σκρολαρίσματα |
| Γενική | σκρολαρίσματος | σκρολαρισμάτων |
| Αιτιατική | σκρολάρισμα | σκρολαρίσματα |
| Κλητική | σκρολάρισμα | σκρολαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →