σκυλάδικο
•
- μειωτικόχαρακτηρισμός για λαϊκό νυχτερινό ελληνικό κέντρο διασκέδασης που ακούγεται μουσική με μπουζούκια, η οποία θεωρείται κατώτερης ποιότητας και πως απευθύνεται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα Βικιλεξικό
- Τα κωλάδικα δυνάμωσαν κι απόχτησαν την μορφή, που διατηρούν και σήμερα -αντιπαθητικά και πανάκριβα μαγαζιά- απώθησαν τον κόσμο της μαγκιάς. Οι μάγκες αναγκάστηκαν να βρουν κάτι άλλο· εξ ου και η η εφεύρεση του σκυλάδικου
- μειωτικότα τραγούδια τραγουδιού που τραγουδιούνται στα σκυλάδικα μαγαζιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυλάδικο < σκύλ(ος) + -άδικο (υποτιμητικός υπαινιγμός για ομοιότητα με ουρλιαχτά σκύλων)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυλάδικο | σκυλάδικα |
| Γενική | σκυλάδικου | σκυλάδικων |
| Αιτιατική | σκυλάδικο | σκυλάδικα |
| Κλητική | σκυλάδικο | σκυλάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →