σκυλάραπας
•
- μειωτικόο μαύρος, ο αράπης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυλάραπας < σκύλ(ος) + αράπ(ης) + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυλάραπας | σκυλάραπες |
| Γενική | σκυλάραπα | σκυλάραπων |
| Αιτιατική | σκυλάραπα | σκυλάραπες |
| Κλητική | σκυλάραπα | σκυλάραπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →