σκυλοβρίζω
•
- βρίζω κάποιον όπως το σκυλί Βικιλεξικό
- Μόνο διαταγές ξέρει να δίνει ο πλανητάρχης για να κάνει το κομμάτι του, σκυλόβριζε μέσα του ο Ιάκωβος. (Μάρω Δούκα, Ουράνια μηχανική, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 460)
Ετυμολογία
σκυλοβρίζω < σκύλος + βρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκυλοβρίζω | σκυλοβρίζεις | σκυλοβρίζει | σκυλοβρίζουμε | σκυλοβρίζετε | σκυλοβρίζουν / σκυλοβρίζουνε |
| Παρατατικός | σκυλόβριζα | σκυλόβριζες | σκυλόβριζε | σκυλοβρίζαμε | σκυλοβρίζατε | σκυλοβρίζαν / σκυλοβρίζανε / σκυλόβριζαν |
| Αόριστος | σκυλόβρισα | σκυλόβρισες | σκυλόβρισε | σκυλοβρίσαμε | σκυλοβρίσατε | σκυλοβρίσαν / σκυλοβρίσανε / σκυλόβρισαν |
| Μέλλοντας | θα σκυλοβρίζω / θα σκυλοβρίσω | θα σκυλοβρίζεις / θα σκυλοβρίσεις | θα σκυλοβρίζει / θα σκυλοβρίσει | θα σκυλοβρίζουμε / θα σκυλοβρίσουμε | θα σκυλοβρίζετε / θα σκυλοβρίσετε | θα σκυλοβρίζουν / θα σκυλοβρίζουνε / θα σκυλοβρίσουν / θα σκυλοβρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκυλοβρίσει | έχεις σκυλοβρίσει | έχει σκυλοβρίσει | έχουμε σκυλοβρίσει | έχετε σκυλοβρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκυλοβρίσει | είχες σκυλοβρίσει | είχε σκυλοβρίσει | είχαμε σκυλοβρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκυλοβρίσει / να σκυλοβρίζω / να σκυλοβρίσω | να έχεις σκυλοβρίσει / να σκυλοβρίζεις / να σκυλοβρίσεις | να έχει σκυλοβρίσει / να σκυλοβρίζει / να σκυλοβρίσει | να έχουμε σκυλοβρίσει / να σκυλοβρίζουμε / να σκυλοβρίσουμε | να έχετε σκυλοβρίσει / να σκυλοβρίζετε / να σκυλοβρίσετε | να σκυλοβρίζουν / να σκυλοβρίζουνε / να σκυλοβρίσουν / να σκυλοβρίσουνε |
| Προστακτική | — | σκυλόβριζε / σκυλόβρισε | — | — | σκυλοβρίζετε / σκυλοβρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →