σκυλόψαρο
•
- ψάρικάθε ψάρι που μοιάζει στον καρχαρία, έχει αιχμηρά δόντια και ζει στο βυθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυλόψαρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *σκυλόψαρον (συγκρίνετε με το σκυλόψαρος. Μορφολογικά αναλύεται σε σκυλό- + -ψαρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυλόψαρο | σκυλόψαρα |
| Γενική | σκυλόψαρου | σκυλόψαρων |
| Αιτιατική | σκυλόψαρο | σκυλόψαρα |
| Κλητική | σκυλόψαρο | σκυλόψαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →