σκυτάλη
•
- μικρή ξύλινη ράβδος που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας Βικιλεξικό
- στην αρχαία Σπάρτη είχε την έννοια του αγγέλματος, εντολής ή μηνύματος των Εφόρων, καθώς σκυτάλη ονομαζόταν κυλινδρικό ραβδί με κρυπτογραφημένο μήνυμα στο εσωτερικό του, που χρησιμοποιούνταν για μυστικές διαταγές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυτάλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκυτάλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυτάλη | σκυτάλες |
| Γενική | σκυτάλης | σκυταλών |
| Αιτιατική | σκυτάλη | σκυτάλες |
| Κλητική | σκυτάλη | σκυτάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →