σκόρσο
•
- κυπριακάτο ταρακούνημα Βικιλεξικό
- κυπριακάη κούραση, π.χ. δουλειά με πολύ σκόρσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκόρσο < ιταλική scorso (τελευταίος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
σκόρσο < ιταλική scorso (τελευταίος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →