σκύλα
•
- ζώοο θηλυκός σκύλος Βικιλεξικό
- υβριστικόπολύ σκληρή γυναίκα, χωρίς αισθήματα, άσπλαχνη Βικιλεξικό
- μια πέρδικα της άπαντα, μια πέρδικα της λέγει: | «Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη, | εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ' ανεθρέψω | κι εσύ έκανες χρυσόν υγιό, πας να τον ρεματίσεις.»
- … εσείς οι Αχαιοί, | για χάρη μου, μιας άθλιας σκύλας, φτάσατε κάτω από την Τροία | κι ανοίξατε τον άγριο πόλεμο.»
- εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχτό Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςλάφυρο, λεία, όπλο ή πανοπλία που αφαιρείται από σκοτωμένο εχθρό Βικιλεξικό
- ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) για χρήσεις στα νέα ελληνικά
Ετυμολογία
σκύλα < σκύλ(ος) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκύλα | σκύλες |
| Γενική | σκύλας | — |
| Αιτιατική | σκύλα | σκύλες |
| Κλητική | σκύλα | σκύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →