Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκύλα

/ˈsci.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζώοο θηλυκός σκύλος Βικιλεξικό
  2. υβριστικόπολύ σκληρή γυναίκα, χωρίς αισθήματα, άσπλαχνη Βικιλεξικό
    • μια πέρδικα της άπαντα, μια πέρδικα της λέγει: | «Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη, | εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ' ανεθρέψω | κι εσύ έκανες χρυσόν υγιό, πας να τον ρεματίσεις.»
    • … εσείς οι Αχαιοί, | για χάρη μου, μιας άθλιας σκύλας, φτάσατε κάτω από την Τροία | κι ανοίξατε τον άγριο πόλεμο.»
  3. εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχτό Βικιλεξικό
  4. αρχαιοπρεπέςλάφυρο, λεία, όπλο ή πανοπλία που αφαιρείται από σκοτωμένο εχθρό Βικιλεξικό
    • ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) για χρήσεις στα νέα ελληνικά

Ετυμολογία

σκύλα < σκύλ(ος) + κατάληξη θηλυκού -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκύλασκύλες
Γενικήσκύλας—
Αιτιατικήσκύλασκύλες
Κλητικήσκύλασκύλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →