σλέπι
•
- φορτηγό ποταμόπλοιο, η μπράτζα Βικιλεξικό
- «Εγώ κι η δεσποινίς», του είπα, «θέλουμε να μπούμε στο σλέπι». … Έσπρωξε τα γυναικόπαιδα και τους γέρους να παραμερίσουν και φώναξε τον σλεπιτζή να μας βάλει σε καλή θέση ... (Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μαουτχάουζεν)
Ετυμολογία
σλέπι < ρουμανική șlep
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →