Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σλαυϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοάλλη γραφή του σλαβικός, πιο λόγια, κατά κανόνα της καθαρεύουσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σλαυϊκός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσλαυϊκόςσλαυϊκήσλαυϊκό
Γενικήσλαυϊκούσλαυϊκήςσλαυϊκού
Αιτιατικήσλαυϊκόσλαυϊκήσλαυϊκό
Κλητικήσλαυϊκέσλαυϊκήσλαυϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσλαυϊκοίσλαυϊκέςσλαυϊκά
Γενικήσλαυϊκώνσλαυϊκώνσλαυϊκών
Αιτιατικήσλαυϊκούςσλαυϊκέςσλαυϊκά
Κλητικήσλαυϊκοίσλαυϊκέςσλαυϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →