σμέουρο
•
- καρπός της σμεουριάς, μικρό χυμώδες κόκκινο φρούτο με γλυκόξινη γεύση, που μοιάζει στην όψη και είναι συγγενές με το βατόμουρο Βικιλεξικό
- Ἄχ, τί ὡραῖα σμέουρα καὶ φράουλες! εἶπε χαρούμενη ἡ Παλάβω. (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρὶς ὄνομα, 1910)
- (μαρτυρείται από το 1895)raspberry:Ἰδαῖον βάτον, «σμέουρο»· raspberry bush: Ἰδαία βάτος, «σμεουριά» (A.N.Jannaris, English and modern Greek languages, 1895)
Ετυμολογία
σμέουρο < (πιθανόν) μούρο < αρχαία ελληνική μόρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμέουρο | σμέουρα |
| Γενική | σμέουρου | σμέουρων |
| Αιτιατική | σμέουρο | σμέουρα |
| Κλητική | σμέουρο | σμέουρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →