σμήμα
•
- σπάνιοουσία ή παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση ρύπων και ακαθαρσιών από σώμα ή επιφάνειες μέσω καθαριστικής δράσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμήμα < αρχαία ελληνική σμῆμα < σμάω / σμῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμήμα | σμήματα |
| Γενική | σμήματος | σμημάτων |
| Αιτιατική | σμήμα | σμήματα |
| Κλητική | σμήμα | σμήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →