Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμαλτώνω

/zmalˈto.no/ρήμα
•
  1. καλύπτω κάτι με σμάλτο Βικιλεξικό
    • σμάλτωσα μια επιφάνεια ώστε να γυαλίζει όμορφα

Ετυμολογία

σμαλτώνω < σμάλτ(ο) + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσμαλτώνωσμαλτώνειςσμαλτώνεισμαλτώνουμεσμαλτώνετεσμαλτώνουν / σμαλτώνουνε
Παρατατικόςσμάλτωνασμάλτωνεςσμάλτωνεσμαλτώναμεσμαλτώνατεσμάλτωναν / σμαλτώναν / σμαλτώνανε
Αόριστοςσμάλτωσασμάλτωσεςσμάλτωσεσμαλτώσαμεσμαλτώσατεσμάλτωσαν / σμαλτώσαν / σμαλτώσανε
Μέλλονταςθα σμαλτώνω / θα σμαλτώσωθα σμαλτώνεις / θα σμαλτώσειςθα σμαλτώνει / θα σμαλτώσειθα σμαλτώνουμε / θα σμαλτώσουμεθα σμαλτώνετε / θα σμαλτώσετεθα σμαλτώνουν / θα σμαλτώνουνε / θα σμαλτώσουν / θα σμαλτώσουνε
Παρακείμενοςέχω σμαλτώσειέχεις σμαλτώσειέχει σμαλτώσειέχουμε σμαλτώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα σμαλτώσειείχες σμαλτώσειείχε σμαλτώσει———
Υποτακτικήνα έχω σμαλτώσει / να σμαλτώνω / να σμαλτώσωνα έχεις σμαλτώσει / να σμαλτώνεις / να σμαλτώσειςνα έχει σμαλτώσει / να σμαλτώνει / να σμαλτώσεινα έχουμε σμαλτώσει / να σμαλτώνουμε / να σμαλτώσουμενα σμαλτώνετε / να σμαλτώσετενα σμαλτώνουν / να σμαλτώνουνε / να σμαλτώσουν / να σμαλτώσουνε
Προστακτική—σμάλτωνε / σμάλτωσε——σμαλτώνετε / σμαλτώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σμαλτώθηκασμαλτώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →