σμαλτώνω
•
- καλύπτω κάτι με σμάλτο Βικιλεξικό
- σμάλτωσα μια επιφάνεια ώστε να γυαλίζει όμορφα
Ετυμολογία
σμαλτώνω < σμάλτ(ο) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σμαλτώνω | σμαλτώνεις | σμαλτώνει | σμαλτώνουμε | σμαλτώνετε | σμαλτώνουν / σμαλτώνουνε |
| Παρατατικός | σμάλτωνα | σμάλτωνες | σμάλτωνε | σμαλτώναμε | σμαλτώνατε | σμάλτωναν / σμαλτώναν / σμαλτώνανε |
| Αόριστος | σμάλτωσα | σμάλτωσες | σμάλτωσε | σμαλτώσαμε | σμαλτώσατε | σμάλτωσαν / σμαλτώσαν / σμαλτώσανε |
| Μέλλοντας | θα σμαλτώνω / θα σμαλτώσω | θα σμαλτώνεις / θα σμαλτώσεις | θα σμαλτώνει / θα σμαλτώσει | θα σμαλτώνουμε / θα σμαλτώσουμε | θα σμαλτώνετε / θα σμαλτώσετε | θα σμαλτώνουν / θα σμαλτώνουνε / θα σμαλτώσουν / θα σμαλτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σμαλτώσει | έχεις σμαλτώσει | έχει σμαλτώσει | έχουμε σμαλτώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σμαλτώσει | είχες σμαλτώσει | είχε σμαλτώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σμαλτώσει / να σμαλτώνω / να σμαλτώσω | να έχεις σμαλτώσει / να σμαλτώνεις / να σμαλτώσεις | να έχει σμαλτώσει / να σμαλτώνει / να σμαλτώσει | να έχουμε σμαλτώσει / να σμαλτώνουμε / να σμαλτώσουμε | να σμαλτώνετε / να σμαλτώσετε | να σμαλτώνουν / να σμαλτώνουνε / να σμαλτώσουν / να σμαλτώσουνε |
| Προστακτική | — | σμάλτωνε / σμάλτωσε | — | — | σμαλτώνετε / σμαλτώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σμαλτώθηκασμαλτώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →