σμαράγδι
•
- ορυκτολογίαείδος πολύτιμης πέτρας βαθυπράσινου χρώματος Βικιλεξικό
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
Ετυμολογία
σμαράγδι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σμαράγδιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική σμάραγδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμαράγδι | σμαράγδια |
| Γενική | σμαραγδιού | σμαραγδιών |
| Αιτιατική | σμαράγδι | σμαράγδια |
| Κλητική | σμαράγδι | σμαράγδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →