σμερφάρω
•
- διαδικτυακή αργκόείμαι σμερφ, ένας επιδέξιος και έμπειρος παίκτης ενός διαδικτυακού παιχνιδιού και παίζω με λογαριασμό χαμηλής, σε σχέση με τη δική μου, κατάταξης ώστε αγωνίζομαι εναντίον λιγότερο έμπειρων παικτών κατά των οποίων νικώ εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμερφάρω < σμερφ + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική smurf
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σμερφάρω | σμερφάρεις | σμερφάρει | σμερφάρουμε | σμερφάρετε | σμερφάρουν / σμερφάρουνε |
| Παρατατικός | σμέρφαρα | σμέρφαρες | σμέρφαρε | σμερφάραμε | σμερφάρατε | σμέρφαραν / σμερφάραν / σμερφάρανε |
| Αόριστος | σμερφάρισα | σμερφάρισες | σμερφάρισε | σμερφαρίσαμε | σμερφαρίσατε | σμερφάρισαν / σμερφαρίσαν / σμερφαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σμερφάρω / θα σμερφαρίσω | θα σμερφάρεις / θα σμερφαρίσεις | θα σμερφάρει / θα σμερφαρίσει | θα σμερφάρουμε / θα σμερφαρίσουμε | θα σμερφάρετε / θα σμερφαρίσετε | θα σμερφάρουν / θα σμερφάρουνε / θα σμερφαρίσουν / θα σμερφαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σμερφαρίσει | έχεις σμερφαρίσει | έχει σμερφαρίσει | έχουμε σμερφαρίσει | έχετε σμερφαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σμερφαρίσει | είχες σμερφαρίσει | είχε σμερφαρίσει | είχαμε σμερφαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σμερφαρίσει / να σμερφάρω / να σμερφαρίσω | να έχεις σμερφαρίσει / να σμερφάρεις / να σμερφαρίσεις | να έχει σμερφαρίσει / να σμερφάρει / να σμερφαρίσει | να έχουμε σμερφαρίσει / να σμερφάρουμε / να σμερφαρίσουμε | να έχετε σμερφαρίσει / να σμερφάρετε / να σμερφαρίσετε | να σμερφάρουν / να σμερφάρουνε / να σμερφαρίσουν / να σμερφαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σμέρφαρε / σμερφάρισε | — | — | σμερφάρετε / σμερφαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →