Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμηγματορροϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη σμηγματόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σμηγματορροϊκός < σμηγματόρροια + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσμηγματορροϊκόςσμηγματορροϊκήσμηγματορροϊκό
Γενικήσμηγματορροϊκούσμηγματορροϊκήςσμηγματορροϊκού
Αιτιατικήσμηγματορροϊκόσμηγματορροϊκήσμηγματορροϊκό
Κλητικήσμηγματορροϊκέσμηγματορροϊκήσμηγματορροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσμηγματορροϊκοίσμηγματορροϊκέςσμηγματορροϊκά
Γενικήσμηγματορροϊκώνσμηγματορροϊκώνσμηγματορροϊκών
Αιτιατικήσμηγματορροϊκούςσμηγματορροϊκέςσμηγματορροϊκά
Κλητικήσμηγματορροϊκοίσμηγματορροϊκέςσμηγματορροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →