σμηγματορροϊκός
•
- που έχει σχέση με τη σμηγματόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμηγματορροϊκός < σμηγματόρροια + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμηγματορροϊκός | σμηγματορροϊκή | σμηγματορροϊκό |
| Γενική | σμηγματορροϊκού | σμηγματορροϊκής | σμηγματορροϊκού |
| Αιτιατική | σμηγματορροϊκό | σμηγματορροϊκή | σμηγματορροϊκό |
| Κλητική | σμηγματορροϊκέ | σμηγματορροϊκή | σμηγματορροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμηγματορροϊκοί | σμηγματορροϊκές | σμηγματορροϊκά |
| Γενική | σμηγματορροϊκών | σμηγματορροϊκών | σμηγματορροϊκών |
| Αιτιατική | σμηγματορροϊκούς | σμηγματορροϊκές | σμηγματορροϊκά |
| Κλητική | σμηγματορροϊκοί | σμηγματορροϊκές | σμηγματορροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →