σμηκτικός
•
- που σχετίζεται με το σμήγμα Βικιλεξικό
- που έχει καθαρτική ιδιότητα όπως για φάρμακα και την απόσμηξη, τον καθαρισμό πληγής Βικιλεξικό
- φυσικήενδιάμεση κατάσταση της ύλης μεταξύ στερεάς και υγρής μορφής όπως στους υγρούς κρυστάλλους όπου τα μόρια κινούνται με χαρακτηριστική κίνηση Βικιλεξικό
- Στη φυσική υγρών κρυστάλλων, οι υγροί κρύσταλλοι διακρίνονται ανάλογα με τη μοριακή τους διάταξη σε νηματικούς (σχηματίζουν σχήματα που μοιάζουν με νήματα), σμηκτικούς (σχηματίζουν παράλληλα επίπεδα ή στιβάδες), κιονικούς (σχηματίζουν ευθύγραμμες στήλες σαν «κίονες»).
Ετυμολογία
σμηκτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σμηκτικός (καθαριστικός) :* για τη φυσική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική smectic ή από τη γαλλική smectique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμηκτικός | σμηκτική | σμηκτικό |
| Γενική | σμηκτικού | σμηκτικής | σμηκτικού |
| Αιτιατική | σμηκτικό | σμηκτική | σμηκτικό |
| Κλητική | σμηκτικέ | σμηκτική | σμηκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμηκτικοί | σμηκτικές | σμηκτικά |
| Γενική | σμηκτικών | σμηκτικών | σμηκτικών |
| Αιτιατική | σμηκτικούς | σμηκτικές | σμηκτικά |
| Κλητική | σμηκτικοί | σμηκτικές | σμηκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →