Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμηνουργία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μελισσοκομίαη διαδικασία δημιουργίας νέας αποικίας από μέλισσες, κατά την οποία μέρος του πληθυσμού κατά την άνοιξη εγκαταλείπει την κυψέλη μαζί με την παλαιά βασίλισσα, για δημιουργία νέας αποικίας (κυψέλης) Βικιλεξικό
    • Η σμηνουργία λόγω απώλειας βασίλισσας διαφέρει από την αναπαραγωγική σμηνουργία , διότι δεν υπάρχει εκτροφή βασίλισσας προ της ορφάνιας ούτε συμφόρηση προ της σμηνουργίας και υπάρχει μακρύτερη περίοδος χωρίς βασίλισσα (Μελισσοκομική Ελλάς, τόμος 448-455, σελ. 374, 1985)
    • Η σμηνουργία είνε εντατική, εις περιοχήν όπου η εαρινή ανθοφορία είνε άφθονος, ορμητική και μεγάλης διαρκείας (Νικ. Ι. Νικολαΐδης, Μελισσοκομία: Σύγχρονοι μέθοδοι εντατικής εκμετάλλευσης: Επαγγελματική κατάρτισις του μελισσοκόμου, 1947, σελ. 114)

Ετυμολογία

σμηνουργία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσμηνουργίασμηνουργίες
Γενικήσμηνουργίαςσμηνουργιών
Αιτιατικήσμηνουργίασμηνουργίες
Κλητικήσμηνουργίασμηνουργίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →