Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοη φωλιά, η τρύπα ενός λαγού Βικιλεξικό
    • Πήραμε ίσια τα πλάγια, πότε εγώ μπροστά κι αυτός πίσω και πότε πίσω εγώ και μπροστά αυτός. Εδώ να βρούμε περδικοφωλιές με περδικάβγα, εκεί να βρούμε, τρέξε δεξιά, τρέξε ζερβιά, τρέξε ίσια πάνω και τρέξε ίσια κάτω, μέσα στα βράχια και στους γκρεμούς, στις γούβες και στις σπηλιές, στα κράκουρα και στις νεροσυρμές, παντού στους γνώριμους τόπους του χωριού μας, βγάλαμε αλεπούδες από τις τρύπες τους, λαγούς από τις σμούλες τους, προντίσαμε γεράκια απ' τα προσήλια τους, περδίκια απ' τις βοσκές τους, αλλά περδικοφωλιές και περδικάβγα πουθενά! (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Η Καθαρή Δευτέρα)
  2. τόπος στενός και ζεστός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σμούλα < σλαβικής προέλευσης smůla (;)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσμούλασμούλες
Γενικήσμούλαςσμούλων
Αιτιατικήσμούλασμούλες
Κλητικήσμούλασμούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →