σμπαραλιάζω
•
- κομματιάζω, θρυμματίζω Βικιλεξικό
- οικείοδημιουργώ ψυχική ή σωματική κούραση σε έναν άνθρωπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμπαραλιάζω < σμπαράλ(ια) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σμπαραλιάζω | σμπαραλιάζεις | σμπαραλιάζει | σμπαραλιάζουμε | σμπαραλιάζετε | σμπαραλιάζουν / σμπαραλιάζουνε |
| Παρατατικός | σμπαράλιαζα | σμπαράλιαζες | σμπαράλιαζε | σμπαραλιάζαμε | σμπαραλιάζατε | σμπαράλιαζαν / σμπαραλιάζαν / σμπαραλιάζανε |
| Αόριστος | σμπαράλιασα | σμπαράλιασες | σμπαράλιασε | σμπαραλιάσαμε | σμπαραλιάσατε | σμπαράλιασαν / σμπαραλιάσαν / σμπαραλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σμπαραλιάζω / θα σμπαραλιάσω | θα σμπαραλιάζεις / θα σμπαραλιάσεις | θα σμπαραλιάζει / θα σμπαραλιάσει | θα σμπαραλιάζουμε / θα σμπαραλιάσουμε | θα σμπαραλιάζετε / θα σμπαραλιάσετε | θα σμπαραλιάζουν / θα σμπαραλιάζουνε / θα σμπαραλιάσουν / θα σμπαραλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σμπαραλιάσει | έχεις σμπαραλιάσει | έχει σμπαραλιάσει | έχουμε σμπαραλιάσει | έχετε σμπαραλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σμπαραλιάσει | είχες σμπαραλιάσει | είχε σμπαραλιάσει | είχαμε σμπαραλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σμπαραλιάσει / να σμπαραλιάζω / να σμπαραλιάσω | να έχεις σμπαραλιάσει / να σμπαραλιάζεις / να σμπαραλιάσεις | να έχει σμπαραλιάσει / να σμπαραλιάζει / να σμπαραλιάσει | να έχουμε σμπαραλιάσει / να σμπαραλιάζουμε / να σμπαραλιάσουμε | να έχετε σμπαραλιάσει / να σμπαραλιάζετε / να σμπαραλιάσετε | να σμπαραλιάζουν / να σμπαραλιάζουνε / να σμπαραλιάσουν / να σμπαραλιάσουνε |
| Προστακτική | — | σμπαράλιαζε / σμπαράλιασε | — | — | σμπαραλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σμπαραλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →