σμυριδεργάτης
•
- που εργάζεται σε σμυριδορυχείο ή στις εγκαταστάσεις μεταφοράς και της σμύριδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμυριδεργάτης < σμύριδα + εργάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμυριδεργάτης | σμυριδεργάτες |
| Γενική | σμυριδεργάτη | σμυριδεργατών |
| Αιτιατική | σμυριδεργάτη | σμυριδεργάτες |
| Κλητική | σμυριδεργάτη | σμυριδεργάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →